σημιτισμός

ο, Ν
ο χαρακτήρας, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα τών Σημιτών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < Σημίτες + κατάλ. -ισμός*. Η λ. μαρτυρείται από το 1891 στην εφημερίδα Καιροί].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σημιτισμός — ο εθνικιστική κίνηση των Εβραίων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.